Platón

Απολογία Σωκράτους

Idioma del texto
griego
Texto / traducción
Alexandros Moraitides (1850–1929)

Los textos históricos pueden utilizar ortografía o vocabulario antiguos. Se conserva la edición original; no es una nueva traducción. Fuente y edición

Απολογία Σωκράτους

Ι. Ποίαν μεν εντύπωσιν, ω άνδρες Αθηναίοι, (2) σας έκαμαν οι λόγοι των κατηγόρων μου, δεν γνωρίζω. Το βέβαιον είνε ότι εγώ ο ίδιος, εξ αιτίας των λόγων των αυτών, σχεδόν ελησμόνησα τον εαυτόν μου, πιστεύσας προς στιγμήν ότι δεν είμαι αυτός οπού είμαι. Με τόσον πειστικόν τρόπον ωμίλησαν. Και όμως ημπορώ να σας βεβαιώσω ότι καμμίαν σχεδόν αλήθειαν δεν είπαν. Από τα πολλά δε εκείνα ψεύδη, τα οποία αυτοί εφεύρον, έν προ πάντων εθαύμασα, εκεί όπου έλεγαν, ότι πρέπει σεις να προσέξητε μήπως εξαπατηθήτε από εμέ, διότι, κατά τους λόγους των, είμαι δεινός ρήτωρ. Επειδή το να μη φοβηθούν αυτοί την εντροπήν, διότι ευθύς αμέσως θ' αποδειχθούν από εμέ ότι πραγματικώς ψεύδονται, όταν και κατ' ελάχιστον δεν φανώ ότι είμαι δεινός ρήτωρ, τούτο το θάρρος αυτών μου εφάνη ότι είνε αναισχυντότατον. Εκτός αν ίσως δεινόν ρήτορα και εύγλωττον ονομάζουν αυτοί εκείνον, ο οποίος λέγει την αλήθειαν. Διότι, αν αυτό εννοούν, ήθελον ομολογήσει ότι εγώ βεβαίως είμαι δεινός ρήτωρ, όχι όμως καθ' όν τρόπον αυτοί εννοούσι και μετέρχονται την ρητορικήν. Διότι ούτοι μεν, επαναλέγω, κανέν σχεδόν αληθές δεν είπον, σεις δε από εμέ θ' ακούσητε μετ' ολίγον καθαράν την αλήθειαν. Αλλ' όμως, μα τον Δία, ω άνδρες Αθηναίοι, δεν θα ακούσητε από εμέ λόγους καλλωπισμένους βεβαίως, καθώς είνε οι λόγοι των κατηγόρων μου, με φράσεις κομψάς και λέξεις εκλεκτάς, ουδέ εστολισμένους με ρητορικά σχήματα και περιόδους εντέχνους, αλλά θ' ακούσητε λόγους εκ του προχείρου, με απλότητα και με τας τυχούσας εις τον νουν μου ερχομένας λέξεις. Διότι έχω πεποίθησιν ότι είνε δίκαια, όσα θα είπω, κανείς δε από σας ας μη περιμένη τίποτε άλλο από εμέ. Διότι και δεν θα ήτο πρέπον βέβαια, καθώς φρονώ, εις την παρούσαν ηλικίαν μου, (3) να εμφανίζωμαι ενώπιον του δικαστηρίου απαγγέλλων τορνευτούς λόγους ως κανέν μειράκιον. Και διά τούτο αύτη μάλιστα είνε η μόνη παράκλησίς μου, την οποίαν σας κάμνω, ω άνδρες Αθηναίοι, και αυτά μόνον ζητώ από σας. Εάν με ακούσητε ότι εις την απολογίαν μου μεταχειρίζομαι τους ιδίους λόγους και τον ίδιον τρόπον, με τον οποίον συνήθως ομιλώ δημοσία και παρά τους τραπεζίτας της αγοράς, (4) εις την οποίαν θέσιν οι περισσότεροι από σας (5) με έχουσιν ακούσει, και εις κάθε άλλο μέρος της πόλεως, εις τας παλαίστρας και εις τα εργαστήρια, να μη παραξενεύεσθε, μήτε να με χλευάζετε δι' αυτό, κάμνοντες θόρυβον (6). Διότι συμβαίνει το εξής: Τώρα πρώτην φοράν εγώ εμφανίζομαι ενώπιον δικαστηρίου, ενώ είμαι πλέον των εβδομήκοντα ετών. Όθεν εις εμέ είνε όλως διόλου ξένος και ασυνήθιστος ο τρόπος του λόγου, με τον οποίον ομιλούν εδώ. Καθώς λοιπόν, αν ετύχαινε να είμαι πραγματικώς ξένος, θα ηθέλετε με συγχωρήσει βεβαίως, καθώς φρονώ, εάν ωμίλουν με εκείνην την διάλεκτον και τον τρόπον, με τον οποίον είχον ανατραφή εις τον τόπον μου, τοιουτοτρόπως και τώρα εις την περίστασιν αυτήν σας παρακαλώ, και πιστεύω ότι η παράκλησίς μου είνε δικαία, εις μεν τον τρόπον του λόγου μου να μη προσέξητε, κακός ή καλός είνε· τούτο δε μόνον να παρατηρήτε, και εις τούτο να επιστήσητε όλην σας την προσοχήν, αν λέγω δίκαια ή όχι· διότι εις τούτο συνίσταται η αρετή του δικαστού, του δε ρήτορος αρετή είνε να λέγη μόνον την αλήθειαν.

ΙΙ. Πρώτον μεν λοιπόν είναι δίκαιον να απολογηθώ, ω άνδρες Αθηναίοι, εις τας πρώτας εναντίον μου κατηγορίας ως ψευδείς και εις τους πρώτους κατηγόρους μου, έπειτα δε εις τας τελευταίας και εις τους τελευταίους κατηγόρους. Διότι εναντίον μου πολλοί υπήρξαν ενώπιόν σας κατήγοροι, οι οποίοι και από πολλά ακόμη έτη πρωτύτερα με κατηγόρησαν και καμμίαν αλήθειαν δεν είπαν. Αυτούς δε εγώ περισσότερον φοβούμαι παρά τον Άνυτον και τους συντρόφους του, (7) αν και αυτοί οι τελευταίοι είνε πολύ φοβεροί· αλλ' εκείνοι οι άλλοι είνε πολύ φοβερώτεροι, ω άνδρες· διότι αυτοί τους περισσοτέρους εξ υμών σας παρελάμβανον, ως δι' εκπαίδευσιν, από την παιδικήν σας ηλικίαν, καθώς οι παιδαγωγοί, και προσεπάθουν να σας πείσουν με τας ψευδείς εναντίον μου κατηγορίας των να έχητε εσφαλμένην δι' εμέ γνώμην, λέγοντες ότι υπάρχει κάποιος εκεί Σωκράτης, σοφός άνθρωπος, ο οποίος καταγίνεται με τα μετέωρα, εξετάζων τον αέρα, τας βροντάς και τας αστραπάς, και έχει κάμει ερεύνας εις όλα, όσα υπάρχουν εις τους κόλπους της γης, και ημπορεί με τους λόγους του να κάμη δικαίαν μίαν άδικον υπόθεσιν. Ούτοι, ω άνδρες Αθηναίοι, επειδή διέσπειραν αυτήν την φήμην, είναι οι πλέον φοβεροί και επικίνδυνοι κατήγοροί μου. Διότι όσοι τους ήκουσαν, νομίζουν ότι εκείνοι οι άνθρωποι, οι οποίοι ενασχολούνται εις αυτά τα ζητήματα, όχι μόνον είνε επιβλαβείς, αλλά και θεούς δεν πιστεύουν. Προσέτι οι κατήγοροι ούτοι είνε πολυάριθμοι και πολύν καιρόν τόρα εργάζονται εις την διάδοσιν αυτών των κατηγοριών, και προς τούτοις ωμίλουν προς υμάς, εις τοιαύτην μάλιστα ηλικίαν, κατά την οποίαν ευκολώτατα ηδύνασθε να τους πιστεύσητε, διότι ήσθε τότε παίδες οι περισσότεροι από σας, τινές δε και μειράκια, όταν με κατηγόρουν όλως διόλου ερήμην, χωρίς να ημπορή ο κατηγορούμενος να απολογηθή. Ό,τι δε είνε πολύ αδικώτατον πράγμα από όλα είνε τούτο, ότι και τα ονόματά των δεν είνε δυνατόν να τα γνωρίζητε και να είπητε αυτά, εκτός αν τύχη να είνε κανείς κωμωδοποιός βέβαια. Όσοι δε με φθόνον ή με συκοφαντίαν σας εξηπάτων, και όσοι, διότι οι ίδιοι είχαν πεισθή, προσεπάθουν να πείσουν και άλλους, όλοι αυτοί μένουν άγνωστοι, και είνε διά τούτο παντάπασιν απρόσβλητοι· διότι δεν ημπορώ να εγκαλέσω εδώ τώρα ενώπιόν σας κανένα από αυτούς, ουδέ να εξελέγξω κανένα και να τον αποδείξω ψεύστην. Αλλ' είνε ανάγκη, διά να υπερασπίσω τον εαυτόν μου, όλως διόλου να σκιαμαχώ, καθώς λέγουν, και προς υπεράσπισίν μου να αντικρούω ενταύθα χωρίς να φαίνεται κανένας αντίπαλος. Παραδεχθήτε λοιπόν και σεις ότι, καθώς είπα, δύο ειδών υπήρξαν οι κατήγοροί μου· άλλοι μεν εκείνοι, οι οποίοι προ ολίγου τόρα με κατηγόρησαν, άλλοι δε εκείνοι, οι οποίοι προ πολλών ετών, διά τους οποίους τελευταίον ωμίλησα, και στοχασθήτε, σας παρακαλώ, ότι είνε ανάγκη πρώτον να απολογηθώ προς εκείνους τους πρώτους. Διότι ίσα-ίσα και σεις εκείνους πρωτύτερα ηκούσατε να με κατηγορούν και εκείνοι σας έκαμαν πολύ μεγαλυτέραν εντύπωσιν παρά αυτοί εδώ οι τελευταίοι.

Καλά λοιπόν. Πρέπει να απολογηθώ εις υπεράσπισίν μου, ω άνδρες Αθηναίοι, και να επιχειρήσω εις τόσον μικρόν χρονικόν διάστημα, όσον μου επιτρέπεται από τον νόμον να ομιλήσω (8), να εκβάλω από το πνεύμα σας την κακήν υπόληψιν, την οποίαν εκ των κατ' εμού συκοφαντιών εσχηματίσατε δι' εμέ εις τόσον μακρόν χρονικόν διάστημα, ώστε έχει πλέον κάμει βαθείας ρίζας. Θα επεθύμουν μεν βεβαίως με όλην την καρδίαν μου να κατορθώσω τούτο, το οποίον είνε καλόν και διά σας και δι' εμέ, και μάλιστα ακόμη περισσότερον από αυτό θα επεθύμουν, να κατορθώσω διά της απολογίας μου, ώστε όχι μόνον να αποβάλετε την κακήν περί εμού ιδέαν, αλλά περιπλέον και να σχηματίσετε καλήν γνώμην δι' εμέ. Αλλά στοχάζομαι ότι αυτό είνε δύσκολον, και δεν με διαφεύγει πολύ πόσην μεγάλην σπουδαιότητα τούτο έχει. Όμως αυτό μεν ας αποβή όπως είνε ευάρεστον εις τον θεόν, ημείς δε πρέπει να υπακούσωμεν εις τον νόμον και να απολογηθώμεν.

III. Ας επιχειρήσωμεν λοιπόν εξ αρχής πάλιν να είπωμεν ποία είνε η κατηγορία, από την οποίαν προήλθεν η εναντίον μου συκοφαντία, εις την οποίαν, ως γνωστόν, στηριζόμενος ο Μέλητος, έλαβε το θάρρος να υποβάλη κατ' εμού την παρούσαν κατηγορίαν.

Καλά. Ας ίδωμεν με ποίας ακριβώς συκοφαντίας οι πρώτοι μου εκείνοι διαβολείς με εσυκοφάντουν. Είνε ανάγκη βέβαια να περιβάλωμεν την συκοφαντίαν των με τον τύπον επισήμου κατηγορίας γενομένης ενώπιον του δικαστηρίου και να την αναγνώσωμεν αυτήν εδώ τόρα, ωσάν να ήτο έγγραφος, καθώς είνε συνήθεια να αναγινώσκεται εις τα δικαστήριον η ένορκος βεβαίωσις των κατηγόρων (9).

«Ο Σωκράτης είνε ασεβής, διότι με εγκληματικήν περιέργειαν καταγίνεται εις πράγματα ανωφελή, με το να αναζητή να ανακαλύψη τα υπό την γην μυστήρια και τα επουράνια· διότι το άδικον παριστάνει ως δίκαιον, και διότι γίνεται αίτιος κακού, επειδή μεταδίδει αυτήν την ιδίαν διδασκαλίαν και εις τους άλλους». Τοιαύτη είνε περίπου η εναντίον μου κατηγορία (10). Διότι αυτά τα είδατε και σεις οι ίδιοι εις την παρασταθείσαν κωμωδίαν του Αριστοφάνους (11)· είδατε εκεί επί της σκηνής να περιφέρεται μετέωρος κάποιος Σωκράτης και να λέγη ότι περιπατεί εις τον αέρα και πολλάς άλλας φλυαρίας να φλυαρή, από τα οποία εγώ τίποτε, ούτε πολύ ούτε ολίγον δεν εννοώ. Λέγω δε ταύτα όχι διότι περιφρονώ την τοιαύτην επιστήμην, αν κανείς τωόντι υπάρχη σοφός περί τας γνώσεις αυτού του είδους, με σκοπόν διά να μη καταγγελθώ υπό του Μελήτου ως ένοχος εις τόσα εγκλήματα, αλλά ακριβώς μόνον διότι, ω άνδρες Αθηναίοι, δεν γνωρίζω την επιστήμην αυτήν. Μάρτυρας δε περί τούτου προτείνω τους περισσοτέρους από σας τους ιδίους. Και απαιτώ, σεις, όσοι ποτέ έως τόρα με έχετε ακούσει ομιλούντα (και ευρίσκονται εδώ εις το δικαστήριον πολλοί από σας ακροαταί μου και συνομιληταί μου) να καταθέσετε και φανερώσετε μεταξύ σας. Σκεφθήτε λοιπόν αναμεταξύ σας, αν ποτέ έως τόρα με ήκουσε κανείς από σας να ομιλώ περί των γνώσεων αυτού του είδους είτε ακροθιγώς και επιπολαίως είτε κατά βάθος και κατ' ουσίαν. Από αυτό δε το ψεύδος θα γνωρίσετε ότι και τα άλλα, τα οποία λέγονται περί εμού είνε ψευδή.

IV. Αλλά βεβαίως ούτε από αυτά κανέν δεν είναι αληθές. Και ακόμη εάν έχετε βεβαίως ακούσει ποτέ κανένα να λέγη ότι εγώ μετέρχομαι τον διδάσκαλον και ότι λαμβάνω δι' αυτό χρήματα, και αυτό δεν είνε αληθές. Επειδή, εάν ήτο, εγώ ο ίδιος θα το ωμολόγουν· διότι μου φαίνεται ότι αυτό είνε τω όντι ωραίον πράγμα, να ήθελεν είναι κανείς ικανός να εκπαιδεύση ανθρώπους, καθώς κάμνει τούτο και ο Γοργίας ο Λεοντίνος και ο Πρόδικος ο Κείος και ο Ιππίας ο Ηλείος. Διότι ο καθένας από αυτούς (12) εις οποιανδήποτε πόλιν και αν υπάγη, κατορθόνει και πείθει τους νέους, όσοι ημπορούσαν να διδαχθούν δωρεάν από κανένα άλλον συμπολίτην των, ο οποίος τους αρέσει, να αφήσουν εκείνον και να έρχωνται να διδαχθούν από αυτούς με πληρωμήν, και δι' αυτό να χρεωστούν ακόμη και ευγνωμοσύνην εις αυτούς. Πλην εκτός αυτών υπάρχει εδώ και κάποιος άλλος σοφός, ο Πάριος (13), ο οποίος, καθώς έμαθα από τον Καλλίαν, κατοικεί εν Αθήναις ως ξένος. Διότι έτυχε μίαν ημέραν να επισκεφθώ κάποιον, όστις είχε πληρώσει εις τους σοφιστάς χρήματα περισσότερα από όσα επλήρωσαν όλοι ομού οι άλλοι συμπολίται μας, τον Καλλίαν τον υιόν του Ιππονίκου (14). Αυτόν λοιπόν επανειλημμένως ηρώτησα, ότε εγίνετο λόγος διά τους υιούς του — διότι αυτός έχει δύο υιούς — ω Καλλία, είπον εγώ, αν είχες, αντί των δύο υιών, δύο πώλους ή δύο μόσχους, θα ανεζητούσαμεν να λάβωμεν εις την υπηρεσίαν μας δι' αυτούς ένα επιστάτην με μισθόν, ένα ικανόν βέβαια άνθρωπον, όστις να κάμη αυτούς τελείους καθ' όλα, ώστε να είνε επιτήδειοι ο καθένας διά το κατάλληλον έργον του. Θα ήτο δε αυτός ο επιστάτης ή ένας από τους ιππικούς βέβαια διά τον πώλον, ή ένας από τους γεωργικούς διά τον μόσχον. Τώρα δε, αφού οι υιοί σου είνε άνθρωποι, τι είδους επιστάτην σκέπτεσαι να προσλάβης δι' αυτούς; Ποίος διδάσκαλος έχει αυτήν την επιστημονικήν ικανότητα, ήτις αφορά εις τον άνθρωπον γενικώς και εις τον πολίτην ιδιαιτέρως; Διότι φρονώ ότι έχεις σκεφθή περί αυτού του πράγματος, αφού έχεις παιδιά. Γνωρίζεις λοιπόν κανένα, είπον εγώ, ή όχι; — Μάλιστα, απήντησε ο Καλλίας. — Ποίος είνε αυτός, ηρώτησα εγώ, και από πού είνε και πόσα λαμβάνει διά μισθόν της διδασκαλίας του; — Αυτός είνε ο Εύηνος, ω Σώκρατες, μου είπεν εκείνος, ο Πάριος, και λαμβάνει μισθόν από τον κάθε μαθητήν του πέντε μνας (15). Εγώ τότε εμακάρισα τον Εύηνον, αν είνε αληθές ότι γνωρίζει αυτήν την σπουδαίαν τέχνην και την διδάσκει τόσον αρμονικώς. Εγώ τουλάχιστον και ο ίδιος βεβαίως θα το εθεώρουν αυτό τιμήν μου και θα ήμουν ένδοξος και υπερήφανος, εάν εγνώριζα αυτά τα οποία διδάσκει ο Εύηνος. Αλλά δυστυχώς δεν τα γνωρίζω, ω άνδρες Αθηναίοι.

V. Αλλ' ημπορούσε να με διακόψη και να με ερωτήση ίσως κάθε ένας από σας. Αλλ' ω Σώκρατες, εάν αληθώς δεν έχης αυτάς τας γνώσεις, τι ακατανόητον πράγμα είνε αυτό το ιδικόν σου; Πόθεν προήλθαν αι συκοφαντίαι αυταί, αι οποίαι διασπείρονται εναντίον σου; Διότι βέβαια διά σε, όπου δεν έκαμνες τίποτε περιεργότερον από ό,τι κάμνουν οι άλλοι άνθρωποι, δεν θα διεσπείρετο τόση φήμη, και δεν θα εγίνετο ποτέ τόσος λόγος, εάν δεν έκαμνες κάτι τι διαφορετικόν από τους άλλους. Λέγε μας λοιπόν ποίον είνε αυτό πού έκαμνες, διά να μη εκδώσωμεν άδικον απόφασιν, επινοούντες με την φαντασίαν μας ανύπαρκτα πράγματα διά σε. Μου φαίνεται ότι, όστις κάμνει αυτήν δα την ένστασιν, έχει δίκαιον. Εγώ λοιπόν θα προσπαθήσω να αποδείξω τι επί τέλους είνε αυτό, το οποίον έκαμε και το όνομά μου τόσον ένδοξον και συνάμα έγινεν αφορμή των εναντίον μου συκοφαντιών. Ακούσατε λοιπόν. Και ίσως μεν φανώ εις μερικούς από σας ότι δεν ομιλώ σοβαρώς, αλλ' ότι παίζω. Να ηξεύρετε όμως καλά, θα σας είπω όλην την αλήθειαν.

Εγώ, ω άνδρες Αθηναίοι, διά κανέν άλλο πράγμα δεν απέκτησα αυτό το όνομα, αλλά διά κάποιαν σοφίαν βέβαια. Ποία δε ακριβώς λέγω ότι είνε αυτή η σοφία; Αυτή είνε ανθρωπίνη σοφία βεβαίως. Διότι τωόντι στοχάζομαι ότι ως προς αυτήν την σοφίαν είμαι σοφός· ενώ ούτοι οι άλλοι σοφοί, διά τους οποίους προ ολίγου ωμίλησα, ίσως ημπορεί να είνε σοφοί ως προς έν άλλο είδος σοφίας, πολύ ανωτέρας από την ανθρωπίνην, ή δεν ηξεύρω τι να σας είπω δι' αυτήν την σοφίαν των. Διότι εγώ τουλάχιστον αυτήν την σοφίαν δεν την γνωρίζω βεβαίως, αλλ' όστις λέγει ότι γνωρίζω αυτήν, αυτός και ψεύδεται και λέγει ταύτα με σκοπόν να με συκοφαντήση. Αλλά σας παρακαλώ, ω άνδρες Αθηναίοι, να μη θορυβήσετε και αν φανώ ακόμη ότι σας λέγω πολύ μεγάλον λόγον προς καύχησίν μου. Διότι ο λόγος, τον οποίον θα σας είπω τόρα, δεν είνε ιδικός μου, αλλ' ανήκει εις μίαν προσωπικότητα παρά πολύ αξιόπιστον. Επειδή μάρτυρα της ιδικής μου σοφίας θα σας φέρω τον ίδιον τον θεόν των Δελφών, όστις θα σας είπη ποία είνε η σοφία, την οποίαν έχω εγώ και ποίου είδους.

Γνωρίζετε βέβαια, καθώς νομίζω, τον Χαιρεφώντα (16). Ούτος καθώς υπήρξεν ιδικός μου φίλος από της νεανικής του ηλικίας, ομοίως απαράλλακτα υπήρξε και της δημοκρατίας σας οπαδός και συγκατεδικάσθη μαζί σας εις την πρόσφατον εξορίαν επί των Τριάκοντα και επανήλθε πάλιν εις την πόλιν μαζί σας. Και γνωρίζετε δα πολύ καλά ποίου είδους άνθρωπος ήτο ο Χαιρεφών αυτός και πόσον ήτο ορμητικός και θερμός εις ό,τι ήθελεν επιχειρήσει. Αυτός λοιπόν μίαν ημέραν μεταβάς εις τους Δελφούς, ετόλμησε να κάμη αυτήν την ερώτησιν εις το μαντείον. Και πάλιν σας παρακαλώ, ω άνδρες, να μη θορυβήτε δι' αυτό οπού θα σας είπω. Ηρώτησε λοιπόν το μαντείον αν υπάρχη εις τον κόσμον κανένας άλλος άνθρωπος πλέον σοφώτερος από εμέ.

Απεκρίθη δε η Πυθία (17) ότι δεν υπάρχει κανείς άλλος από εμέ σοφώτερος. Και θα σας επιβεβαίωση αυτά ο αδελφός του, όστις είνε παρών εδώ, αφού εκείνος έχει πλέον αποθάνει.

VI. Στοχασθήτε δε διά ποίαν αιτίαν σας λέγω αυτά όλα. Τα λέγω, διότι έχω σκοπόν να σας αποδείξω πόθεν προήλθεν η εναντίον μου διαβολή. Εγώ, αφού ήκουσα αυτήν την απάντησιν του μαντείου, εσυλλογιζόμην μόνος μου ως εξής· τι επί τέλους λέγει ο Απόλλων και ποίαν έννοιαν υποκρύπτουσιν οι λόγοι του εκείνοι; Διότι τωόντι γνωρίζω καλά ότι εις εμέ δεν υπάρχει καμμία σοφία ούτε μεγάλη ούτε μικρά. Τι λοιπόν τάχα εννοεί ο θεός διακηρύττων ότι εγώ είμαι σοφώτατος από όλους τους ανθρώπους; Διότι βεβαίως ο θεός δεν ψεύδεται ποτέ· διότι δεν είνε πρέπον τούτο εις αυτόν. Και πολύν μεν καιρόν ήμουν εις απορίαν τι τέλος πάντων εννοούσεν ο χρησμός του μαντείου, έως ου, ύστερον από πολύν κόπον, εσκέφθην να κάμω μίαν τοιούτου είδους έρευναν εις εξήγησιν αυτού. Μετέβην εις ένα εκ των συμπολιτών μας, όστις έχει φήμην ότι είνε σοφός, στοχαζόμενος ότι εδώ καλύτερα από κάθε άλλο μέρος θα ημπορούσα να εξελέγξω απατώμενον το μαντείον και ν' αποδείξω εις τον χρησμόν ότι αυτός εδώ ο άνθρωπος είνε σοφώτερος από εμέ, ενώ συ, ω μαντείον, είπες ότι εγώ είμαι σοφώτερος. Καλοστοχαζόμενος λοιπόν αυτόν — του οποίου δεν έχω ανάγκην να είπω το όνομα, ήτο όμως ένας από τους πλέον μεγάλους πολιτικούς μας, σχετικώς με τον οποίον μου συνέβη κατά την εξέτασιν τοιούτον τι οπού δεν επερίμενα — και συνομιλών με αυτόν είδα ότι αυτός ο άνθρωπος πιστεύεται μεν από πολλούς άλλους ότι είνε σοφός, και μάλιστα από τον ίδιον τον εαυτόν του, όμως αληθινά δεν είνε σοφός. Αφού εννόησα τούτο, επεχείρησα ν' αποδείξω εις αυτόν ότι επίστευε μεν ότι είνε σοφός, δεν είνε όμως. Ένεκα τούτου λοιπόν και εις αυτόν έγινα μισητός και εις πολλούς άλλους από τους φίλους του, οι οποίοι ήσαν παρόντες κατά την συνομιλίαν μας. Το βέβαιον όμως είνε, ότι ενώ απεχωριζόμην από αυτόν, ήρχισα να σκέπτωμαι μόνος μου, ότι από αυτόν βεβαίως τον άνθρωπον εγώ είμαι σοφώτερος· ως φαίνεται όμως, κανείς από τους δύο μας δεν γνωρίζει κανέν, το οποίον να είνε τελείως καλόν πράγμα. Υπάρχει όμως αυτή η διαφορά μεταξύ μας. Αυτός μεν φαντάζεται ότι γνωρίζει κάτι τι, ενώ δεν γνωρίζει τίποτε, εγώ δε, καθώς δεν γνωρίζω τίποτε, έτσι και πιστεύω ότι δεν γνωρίζω. Μου φαίνεται λοιπόν βεβαίως ότι εγώ είμαι ολίγον τι σοφώτερος από αυτόν, ως προς τούτο ακριβώς, ότι όσα δεν γνωρίζω, αυτά και πιστεύω ότι δεν τα γνωρίζω. Τότε μετέβην εις άλλον συμπολίτην μας από εκείνους, οι οποίοι έχουσι την φήμην ότι είνε σοφώτεροι από τον πρώτον εκείνον, και μου εφάνη ότι ήκουσα απαραλλάκτως τα ίδια και από αυτόν. Έκτοτε ένεκα τούτου και εις εκείνον και εις πολλούς άλλους συμπολίτας μας έγινα μισητός.

VII. Μετά ταύτα λοιπόν κατά σειράν ήρχισα να πηγαίνω προς άλλους συμπολίτας μας, αν και εγνώριζα καλά ότι εγινόμην μισητός εις αυτούς — και ελυπούμην διά τούτο, και εφοβούμην τα επακόλουθα του μίσους — αλλ' όμως εφρόνουν ότι ήτο ανάγκη, χωρίς αμφιβολίαν, να προτιμήσω από όλα τα άλλα το λόγιον του Απόλλωνος. Μου εφαίνετο λοιπόν καλόν ότι πρέπει να υπάγω προς όλους εκείνους, οι οποίοι είχαν την μεγαλυτέραν φήμην ότι γνωρίζουν κάτι τι, διότι ήθελα να ανακαλύψω την πραγματικήν έννοιαν του χρησμού. Και μα τον κύνα (18), ω άνδρες Αθηναίοι, — διότι πρέπει να σας λέγω όλην την αλήθειαν — τωόντι εγώ έπαθα κάτι τι τοιούτον. Όσοι εξ αυτών είχον την καλήν φήμην ότι είνε σοφώτατοι, εις εμέ οπού ανεζήτουν να εννοήσω τον χρησμόν του θεού, εφάνησαν αμαθέστατοι σχεδόν, άλλοι δε οπού εθεωρούντο από τους άλλους, ότι είνε πολύ ολίγον νοήμονες, μου εφάνησαν ότι είνε μάλιστα παρά πολύ συνετοί άνθρωποι. Πρέπει δε βεβαίως να αφηγηθώ όλας τας περιπλανήσεις μου, τας οποίας έκαμα, ως παθήματα ανθρώπου, όστις υποβάλλεται εις διαφόρους κόπους, ίνα εις εμέ τέλος πάντων ο χρησμός φανή πλέον ανεπίδεκτος ελέγχου. Διότι μετά τους πολιτικούς επορεύθην προς τους ποιητάς, τόσον τους τραγωδοποιούς (19) όσον και τους διθυραμθοποιούς (20) και τους λοιπούς ποιητάς (21), στοχαζόμενος ότι εδώ θα φωραθώ πλέον με σαφεστάτας αποδείξεις ότι είμαι αμαθέστερος από εκείνους. Αναφέρων λοιπόν εκείνα τα ποιήματά των, οπού μου εφαίνοντο ότι με περισσοτέραν επιτυχίαν αυτοί επραγματεύθησαν, κατ' επανάληψιν ηρώτων αυτούς τι ήθελαν να εννοήσουν και ποίος ήτο ο σκοπός και η οικονομία των έργων των εκείνων, διά να διδαχθώ συγχρόνως και κάτι τι από αυτούς. Αλλ' εντρέπομαι αληθώς να σας είπω, ω άνδρες, την αλήθειαν. Όμως πρέπει να είπω αυτήν. Δηλαδή, διά να ομιλήσω με συντομίαν, όλοι σχεδόν εκείνοι, οι οποίοι παρευρέθησαν τότε εκεί εις την συνομιλίαν μας, αν τους ηρώτα κανείς, ημπορούσαν να απαντήσουν πολύ καλύτερα από αυτούς τους ιδίους ποιητάς περί των ποιημάτων, τα οποία οι ίδιοι είχον συνθέσει. Εγνώρισα λοιπόν και διά τους ποιητάς αμέσως αυτό, ότι όσα ποιήματα γράφουν, δεν τα γράφουν από σοφίαν των, αλλ' από κάποιαν φυσικήν των κλίσιν και από ενθουσιασμόν και έμπνευσιν (22) ομοιάζουσαν απαράλλακτα με τον ενθουσιασμόν, από τον οποίον κυριεύονται οι θεομάντεις (23) και οι χρησμωδοί· διότι ωσαύτως και ούτοι, λέγουν μεν πολλά ωραία πράγματα, όμως δεν εννοούν κανέν από εκείνα, τα οποία λέγουν. Τοιούτου είδους πάθος περίπου μου εφάνη ότι συμβαίνει και εις τους ποιητάς. Και συγχρόνως εννόησα ότι αυτοί ένεκα της ποιήσεώς των εφρόνουν ότι και κατά τα λοιπά πράγματα ήσαν σοφώτατοι άνθρωποι, κατά τα οποία δεν ήσαν. Άφησα λοιπόν και αυτούς, στοχαζόμενος ότι είμαι ανώτερος και από αυτούς κατά το ίδιον πλεονέκτημα, κατά το οποίον εφάνην ανώτερος και από τους πολιτικούς.

VIII. Τελευταίον λοιπόν επήγα και συνήντησα τους χειροτέχνας (24). Διότι είχα την συναίσθησιν ότι τίποτε σχεδόν δεν εγνώριζα εγώ από την τέχνην των, και ήμουν πεπεισμένος ότι αυτούς βεβαίως θα τους εύρω πολύ ικανούς εις πολλά ωραία πράγματα. Και ως προς τούτο μεν δεν ηπατήθην, αλλ' εγνώριζαν ούτοι, όσα εγώ ηγνόουν, και κατά τούτο ήσαν σοφώτεροι από εμέ. Αλλ' ω άνδρες Αθηναίοι, μου εφάνησαν και οι σπουδαίοι χειροτέχναι ότι έχουν το ίδιον ακριβώς ελάττωμα, το οποίον είχαν και οι ποιηταί. Έκαστος από αυτούς, διότι καλώς εκτελεί την τέχνην του, είχε την απαίτησιν ότι και κατά τα άλλα τα πλέον σπουδαιότατα πράγματα, ήτοι τα πολιτικά και την διοίκησιν της πόλεως, είνε σοφώτατος. Και αυτό μόνον το ελάττωμά των, η πλάνη των και η μωρία των, τόσον εσκέπαζεν εκείνην την μεγάλην σοφίαν των, ώστε εξεμηδένιζεν αυτήν. Όθεν ηρώτων τον εαυτόν μου κατ' επανάληψιν, ως να ωμίλουν εν ονόματι του χρησμού πάντοτε, τι εκ των δύο να προτιμήσω, να είμαι τοιούτος καθώς είμαι, και χωρίς να είμαι διόλου σοφός, να έχω την σοφίαν εκείνων, και χωρίς να είμαι αμαθής, να έχω την αμάθειαν εκείνων, ή και τα δύο, να έχω την σοφίαν δηλαδή και την αμάθειαν, τα οποία εκείνοι έχουν, και να είμαι και εγώ καθώς εκείνοι. Απεκρίθην λοιπόν εις τον εαυτόν μου και εις τον χρησμόν ότι δι' εμέ είνε καλύτερον να είμαι καθώς είμαι.

IX. Εξ αιτίας της παρούσης ακριβώς εξετάσεως, ω άνδρες Αθηναίοι, πολλά μίση εγεννήθησαν εναντίον μου και αντιπάθειαι πολύ ισχυρόταται και επικίνδυνοι, ώστε να προκύψωσιν εξ αυτών πολλαί συκοφαντίαι, ονομάζομαι δε με τούτο το όνομα, ότι είμαι σοφός. Διότι όλοι όσοι είνε παρόντες κατά τας διαφόρους ομιλίας μου, πιστεύουν ότι εγώ είμαι σοφός ως προς εκείνα τα πράγματα, ως προς τα οποία ήθελον αποκαλύψει την αμάθειαν των άλλων. Και όμως τουναντίον, ω άνδρες Αθηναίοι, μου φαίνεται ότι μόνον ο θεός τωόντι είνε σοφός, και τούτο ίσα-ίσα ηθέλησε να είπη ο Απόλλων με τον χρησμόν του αυτόν, ότι η ανθρωπίνη σοφία πολύ μικράν αξίαν έχει ή διά να είπω καλύτερον, μάλιστα, καμμίαν. Και προφανώς τούτο εννόει το μαντείον περί του Σωκράτους. Μετεχειρίσθη δε προς τον σκοπόν τούτον το ιδικόν μου όνομα ως παράδειγμα, καθώς ήθελε κάμει εάν ήθελεν είπει ότι αυτός, ω άνθρωποι, είνε σοφώτατος από σας, όστις αναγνωρίζει, καθώς ο Σωκράτης ότι, ως προς την σοφίαν, αληθώς δεν έχει καμμίαν αξίαν. Διά τούτο λοιπόν εγώ ακόμη και τόρα, περιερχόμενος την πόλιν, αναζητώ και εξετάζω κατά την θέλησιν του θεού, αν ίσως και εύρω κανένα αληθώς σοφόν και από τους αστούς και από τους ξένους· και οσάκις δεν μου φαίνεται ότι πράγματι είνε σοφός κανείς, τότε συντελών εις την ορθήν εξήγησιν του χρησμού, κάμνω να αποδειχθή ότι δεν είνε σοφός. Και ένεκα αυτής της ασχολίας μου δεν μου έμεινε καιρός άλλος ούτε εις τα πολιτικά να καταγίνω και να πράξω κάτι τι αξιόλογον, ούτε διά τας ιδιωτικάς μου υποθέσεις να φροντίσω, αλλ' ευρίσκομαι εις μεγίστην πενίαν ένεκα του σεβασμού, τον οποίον απονέμω εις τον θεόν των Δελφών.

Χ. Προς τούτοις πολλοί νέοι, όσοι μάλιστα δεν έχουν καμμίαν ενασχόλησιν, παίδες πλουσιωτάτων συμπολιτών μας, ακολουθούντες κατόπιν μου αυτοπροαιρέτως, χωρίς καμμίαν παρακίνησιν, αισθάνονται μεγάλην ευχαρίστησιν να με ακούουν με ποίον τρόπον αποδεικνύω τας πλάνας των ανθρώπων και κατόπιν αυτοί πάλιν πολλάκις, μιμούμενοι εμέ, επιχειρούν να εξετάζουν άλλους, τους οποίους ήθελον συναντήσει. Και μη αμφιβάλλετε ότι, καθώς στοχάζομαι, ευρίσκουν μέγα πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι φαντάζονται μεν ότι γνωρίζουν κάτι τι, γνωρίζουν δε τωόντι πολύ ολίγα πράγματα, ή μάλλον κανέν. Ένεκα δε τούτου εκείνοι, οι οποίοι εξελέγχονται από αυτούς ως αμαθείς, οργίζονται εναντίον μου και όχι εναντίον του εαυτού των, καθώς έπρεπε, διά την αμάθειάν των και λέγουν ότι υπάρχει κάποιος Σωκράτης, ένας άνθρωπος μιαρώτατος, ο οποίος διαφθείρει την νεολαίαν. Και όταν κανείς ήθελε τους ερωτήσει τι είνε αυτό, όπου κάμνει αυτός ο άνθρωπος, και τι διδάσκει και διαφθείρει τους νέους, δεν ημπορούν μεν να δώσουν καμμίαν απάντησιν, αλλ' ευρίσκονται εις άγνοιαν, διά να μη φαίνωνται δε ότι ταράσσονται, ως μη έχοντες ωρισμένα γεγονότα εναντίον μου, διαδίδουν αυτά, τα οποία προχείρως λέγουν και εναντίον όλων των φιλοσόφων εν γένει, ότι δηλαδή διδάσκει δι' όσα συμβαίνουν εις τον ουρανόν και εις τα βάθη της γης, και ότι να μη πιστεύουν οι άνθρωποι εις τους θεούς, και ότι με τους λόγους του μίαν άδικον υπόθεσιν την κάμνει δικαίαν. Διότι την αλήθειαν, ως φρονώ, δεν θα ετολμούσαν να είπουν, επειδή γίνονται κατάδηλοι ότι προσποιούνται μεν ότι γνωρίζουν κάτι τι, δεν γνωρίζουν όμως τίποτε. Επειδή λοιπόν ούτοι είνε όντως φιλόνικοι, κατ' εμέ, και ορμητικοί και πολλοί κατά τον αριθμόν, και ιδίως ομιλούν καλώς διωργανωμένοι και με μίαν ευγλωττίαν πολύ πειστικήν, έχουσι γεμίσει τα ώτα σας με τας συκοφαντίας αυτάς, τας οποίας λέγουν εναντίον μου και προ πολλού χρόνου και με μεγάλην σφροδρότητα. Εξ αυτών δε των διαβολών λαβών την αφορμήν και ο Μέλητος επετέθη εναντίον μου και ο Άνυτος και ο Λύκων· ο μεν Μέλητος, διότι εξωργίσθη εναντίον μου χάριν των ποιητών (25), ο δε Άνυτος χάριν των τεχνιτών (26) και των πολιτικών, ο δε Λύκων χάριν των Ρητόρων (27). Ώστε ως προς αυτό, ίσα-ίσα, το οποίον εις την αρχήν είπα, θαυμαστόν και παράδοξον θα το εθεώρουν εγώ, αν ήθελα κατορθώσει εις τόσον ολίγον χρονικόν διάστημα να εξαλείψω από το πνεύμα σας αυτήν την συκοφαντίαν, ενώ έχει γίνει εις τόσον μέγα χρονικόν διάστημα και τόσον έχει ριζοβολήσει. Αυτά είνε, ω άνδρες Αθηναίοι, εκείνα τα οποία πρωτύτερα έλεγα ότι με όλην την αλήθειαν θα σας εκθέσω και θα σας διηγηθώ και σας είπα λοιπόν αυτά, χωρίς να αποκρύψω τίποτα από σας ούτε μέγα, ούτε μικρόν, και χωρίς από φόβον να σιωπήσω κανέν, καίτοι ηξεύρω σχεδόν ότι ένεκα αυτής προ πάντων της παρρησίας μου μισούμαι. Αλλά τούτο είνε προσέτι μία τρανή απόδειξις ότι λέγω την αλήθειαν και ότι κατ' αυτόν τον τρόπον επήγασεν η εναντίον μου διαβολή, και αυτά είνε τα αίτια αυτής. Και είτε τόρα, είτε μετά ταύτα θελήσετε να εξετάσετε δι' αυτά τα πράγματα, θα εύρετε ότι έτσι είνε.

XI. Περί μεν λοιπόν εκείνων των κατηγοριών, τας οποίας οι πρώτοι μου κατήγοροι έκαμαν εναντίον μου, αυτά ας είνε αρκετή απολογία μου προς σας· τόρα δε κατόπιν από αυτά, θα προσπαθήσω να απολογηθώ εις τον Μέλητον τον αγαθόν και φιλόπολιν, καθώς λέγει αυτός, και εις τους άλλους, τους τελευταίους κατηγόρους μου.

Πάλιν λοιπόν τόρα, επειδή είνε άλλοι οι κατήγοροι μου αυτοί, ας επαναλάβωμεν την τελευταίαν έγγραφον κατηγορίαν των, καθώς ανεγνώσαμεν και την πρώτην. Είνε δε αύτη περίπου: Λέγει ότι ο Σωκράτης είνε ένοχος, διότι και τους νέους διαφθείρει και διότι δεν πιστεύει εις τους θεούς, τους οποίους η πόλις πιστεύει και διότι αντ' αυτών παρουσιάζει άλλα νέα δαιμόνια (28). Το μεν έγκλημά μου δα τοιούτον είνε. Ας εξετάσωμεν δε έν έκαστον σημείον αυτού χωριστά. Λέγει η κατηγορία ότι εγώ είμαι ένοχος αδικίας, διότι διαφθείρω την νεολαίαν. Εγώ όμως τουναντίον λέγω, ω άνδρες Αθηναίοι, ότι δικαίως ίσα-ίσα ο Μέλητος είνε ένοχος, διότι εις πράγμα τόσον σοβαρόν αστεΐζεται, κατηγορών ενώπιον του δικαστηρίου σας με μεγάλην αδιαφορίαν πολίτας, διά να φαίνεται ότι με σπουδαιότητα φροντίζει διά πράγματα, διά τα οποία διόλου έως τώρα δεν εφρόντισεν. Ότι δε τούτο έτσι είνε, θα προσπαθήσω και προς υμάς να το αποδείξω.

XII. Παρακαλώ λοιπόν, έλα εδώ τόρα συ, Μέλητε, είπε. Διά κανέν άλλο πράγμα δεν μεριμνάς τόσον πολύ παρά πώς να γίνουν οι νέοι όσον το δυνατόν χρηστότατοι;

Μέλητος.

Διά κανέν άλλο βέβαια.

Σωκράτης.

Έλα λοιπόν τόρα ειπέ εις τους δικαστάς, ποίος είνε εκείνος ο άνθρωπος οπού κάμνει τους νέους χρηστοτέρους; Είνε φανερόν ότι τον ηξεύρεις, αφού σε μέλει βέβαια δι' αυτά τα ζητήματα. Διότι, αφού ανεκάλυψες εμέ, καθώς λέγεις, ότι διαφθείρω τους νέους, με καταγγέλλεις προς αυτούς εδώ και απαγγέλλεις εναντίον μου κατηγορίαν διά την πράξιν μου ταύτην. Αλλ' όμως έλα ειπέ τόρα και εκείνον δα οπού κάμνει τους νέους χρηστοτέρους και φανέρωσον εδώ εις τους δικαστάς ποίος είνε αυτός. Ομίλησον . . . Βλέπεις, ω Μέλητε, ότι σιωπάς, και δεν ημπορείς να τον ονομάσης αυτόν; Και όμως δεν σου φαίνεται ότι αυτό είνε επαίσχυντον και ικανή απόδειξις εις εκείνο, το οποίον ακριβώς εγώ λέγω, ότι εσέ διόλου δεν σε μέλει διά την εκπαίδευσιν των νέων; Αλλ' ειπέ, καλέ Μέλητε, ποίος κάμνει αυτούς καλυτέρους;

Μέλητος.

Οι νόμοι.

Σωκράτης.

Μα δεν σε ερωτώ δι' αυτό, καλότυχε, αλλά ποίος άνθρωπος, όστις εν πρώτοις γνωρίζει και αυτό τούτο ακριβώς οπού είπες, τους νόμους.

Μέλητος.

Αυτοί εδώ οι δικασταί (29), ω Σώκρατες.

Σωκράτης.

Τι λέγεις, ω Μέλητε; Αυτοί εδώ οι δικασταί είνε ικανοί να εκπαιδεύουν τους νέους και να τους κάμνουν χρηστοτέρους;

Μέλητος.

Μάλιστα.

Σωκράτης.

Τι από τα δύο, όλοι ομού οι δικασταί είνε ικανοί προς τούτο, ή μερικοί μεν από αυτούς μόνον, μερικοί δε όχι;

Μέλητος.

Όλοι οι δικασταί.

Σωκράτης.

Αυτά που λέγεις είνε θαυμάσια τωόντι, μα την Ήραν, και ανεκάλυψες έτσι μεγάλην αφθονίαν ανθρώπων, οι οποίοι ημπορούν να ωφελούν τους νέους. Αλλά τι λοιπόν; Αυτοί εδώ οι ακροαταί όλοι, οπού μας ακούουν, επίσης ημπορούν να κάμνουν τους νέους καλυτέρους ή όχι;

Μέλητος.

Και αυτοί ημπορούν επίσης.

Σωκράτης.

Αλλά και οι βουλευταί, (30) ημπορούν και αυτοί;

Μέλητος.

Και οι βουλευταί ομοίως.

Σωκράτης.

Αλλ' ω Μέλητε, μήπως λοιπόν εκείνοι οπού συνέρχονται εις την Εκκλησίαν του λαού, (31) οι Εκκλησιασταί, διαφθείρουν τους νέους; ή και εκείνοι όλοι είνε ομοίως ικανοί να κάμνουν αυτούς καλυτέρους;

Μέλητος.

Και εκείνοι είνε ομοίως ικανοί εις αυτό.

Σωκράτης.

Ως φαίνεται λοιπόν, όλοι οι Αθηναίοι ημπορούν να κάμουν τους νέους καλούς και αγαθούς, εκτός εμού, εγώ δε μόνος τους διαφθείρω. Αυτό εννοείς;

Μέλητος.

Μάλιστα. Αυτό ακριβώς εννοώ.

Σωκράτης

Με κρίνεις βέβαια ως ένα από τους πλέον δυστυχείς ανθρώπους. Αλλά σε παρακαλώ, απάντησον. Σου φαίνεται βεβαίως ότι το ίδιον είνε και όταν ομιλώμεν διά ίππους. Εκείνοι μεν οπού κάμουν αυτούς χρησιμωτέρους είνε όλος ο κόσμος, ένας δε μόνος είνε οπού τους διαφθείρει; ή όλως διόλου το εναντίον, ένας μεν μόνος υπάρχει, όστις είνε ικανός να κάμνη αυτούς χρησιμωτέρους, ή πολύ ολίγοι, εκείνοι οπού ονομάζονται ιππικοί, οι δε επίλοιποι άνθρωποι, εάν ίσα-ίσα καταγίνωνται με τους ίππους πάντοτε και μεταχειρίζωνται αυτούς εις χρήσιν των, τους διαφθείρουν; Δεν είνε έτσι, ω Μέλητε, και διά τους ίππους και δι' όλα τα άλλα ζώα; Βεβαιότατα αναμφιβόλως, κατ' εμέ, είτε συ και ο Άνυτος αρνηθήτε αυτό, είτε το παραδεχθήτε. Διότι πολύ μεγάλη ευτυχία και έκτακτον πλεονέκτημα θα ήτο διά τους νέους, αν αληθεία ένας μεν μόνος είνε ικανός να διαφθείρη αυτούς, καθώς συ λέγεις, οι δε λοιποί όλοι ημπορούσαν να τους ωφελούν και να τους κάμνουν χρηστοτέρους. Αλλ' όμως δεν είνε έτσι, ω Μέλητε. Διότι συ αρκετήν επίδειξιν έκαμες ειπών ότι έως τόρα ποτέ δεν εφρόντισες διά την εκπαίδευσιν των νέων και αδιστάκτως ομολογείς την αμέλειάν σου, ότι διόλου δεν έχεις μεριμνήσει διά τα ζητήματα αυτά, διά τα οποία εισάγεις εμέ εις δίκην.

XIII. Ακόμη δε απάντησον, σε παρακαλώ, ω δι' αγάπην του Διός, Μέλητε, ποίον είνε καλύτερον, να κατοική κανείς μετά πολιτών εναρέτων ή μετά κακών και διεφθαρμένων; Απάντησον, φίλε μου, διότι δεν σε ερωτώ βεβαίως κανέν πράγμα δύσκολον. Δεν είνε αληθές ότι οι μεν κακοί άνθρωποι προξενούν κάποιον κακόν βέβαια εις εκείνους, οι οποίοι διαρκώς συνδιαιτώνται με αυτούς, οι δε ενάρετοι προξενούν κάποιον καλόν εις εκείνους, οι οποίοι πάντοτε με αυτούς συζώσι;

Μέλητος.

Μάλιστα.

Σωκράτης.

Υπάρχει λοιπόν κανείς άνθρωπος, όστις προτιμά να βλάπτεται μάλλον από εκείνους, με τους οποίους συνήθως συζή, παρά να ωφελήται; Απάντησόν μοι, αγαπητέ. Διότι ο νόμος ίσα-ίσα διατάσσει να απαντούν οι αντίδικοι ο ένας εις τον άλλον. Υπάρχει κανείς, ο οποίος προτιμά να βλάπτεται μάλλον παρά να ωφελήται;

Μέλητος.

Όχι βέβαια. Δεν υπάρχει.

Σωκράτης.

Έλα λοιπόν ειπέ μου τόρα. Εμένα με κατήγγειλες εδώ, διότι φρονείς ότι διαφθείρω τους νέους και κάμνω αυτούς χειροτέρους. Απάντησον όμως, τι από τα δύο, εκουσίως τους διαφθείρω ή ακουσίως;

Μέλητος.

Εκουσίως βεβαιότατα.

Σωκράτης.

Μα πώς, ω Μέλητε, συ οπού είσαι τόσον νέος, είσαι λοιπόν τόσον πολύ σοφώτερος από εμέ, οπού έχω τόσον γεροντικήν ηλικίαν, ώστε συ μεν γνωρίζεις ότι οι μεν κακοί άνθρωποι κάποιον κακόν βέβαια προξενούν εκάστοτε εις εκείνους, οι οποίοι συζώσι με αυτούς, οι δε ενάρετοι προξενούν εις αυτούς καλόν. Εγώ δε τη αληθεία εις τοσαύτην αμάθειαν κατήντησα, ώστε και τούτο ακόμη αγνοώ, ότι εάν κάμω κακόν κανένα άνθρωπον από εκείνους, οπού με συναναστρέφωνται, θα διακινδυνεύσω τότε να πάθω κάποιον κακόν από αυτόν, ώστε τούτο το τόσον μέγα κακόν εκουσίως το προξενώ εις τον εαυτόν μου, καθώς συ διατείνεσαι; Ως προς αυτά εγώ δεν πείθομαι εις σε, ω Μέλητε, νομίζω δε και κανείς άλλος άνθρωπος δεν θα πεισθή· αλλ' ή δεν διαφθείρω τους νέους ή εάν τους διαφθείρω, το κάμνω αυτό χωρίς να θέλω· ώστε συ βεβαίως και εις τας δύο περιπτώσεις ψεύδεσαι και συκοφαντείς. Εάν όμως χωρίς να θέλω διαφθείρω τους νέους, διά τα τοιαύτα εγκλήματα, ως γνωστόν, δεν υπάρχει νόμος δημοσία ν' απαγγέλλεται κατηγορία εναντίον μου, αλλ' αφ' ού με λάβουν κατά μέρος εκείνοι οπού έχουν το δικαίωμα εις τούτο, να παραστήσουν εις εμέ την πλάνην μου και να με συμβουλεύσουν. Διότι είνε φανερόν ότι, εάν με την συμβουλήν των αυτήν καλώς οδηγηθώ, θα παύσω να κάμνω αυτό, το οποίον βέβαια χωρίς να θέλω κάμνω. Συ όμως απέφυγες και δεν ηθέλησες να με πλησιάσης και να μου παραστήσης την πλάνην μου αυτήν, αλλά δημοσία με καταγγέλλεις εδώ εις το δικαστήριον, όπου ο νόμος διατάσσει να δικάζωνται εκείνοι, οι οποίοι έχουν ανάγκην τιμωρίας και ποινής, αλλ' όχι διδασκαλίας και παραινέσεως.

XIV. Αλλ' όμως εκείνο το οποίον έλεγα εγώ, ω άνδρες Αθηναίοι, είνε φανερόν πλέον, ότι ο Μέλητος δι' αυτά τα ζητήματα δεν εφρόντισε ποτέ του, ούτε πολύ, ούτε ολίγον. Όμως απάντησόν μας τόρα, ω Μέλητε, με ποίον τρόπον εννοείς ότι εγώ διαφθείρω τους νέους; Αλλά διατί κάθημαι και σε ερωτώ, αφού είνε φανερώτατον βεβαίως ότι κατά το κατηγορητήριον οπού υπέγραψες εναντίον μου, λέγεις ότι εγώ διαφθείρω τους νέους διδάσκων αυτούς να μη πιστεύουν τους θεούς, τους οποίους η πόλις πιστεύει, αλλά άλλας νέας θεότητας; Δεν λέγεις ότι με την διδασκαλίαν μου αυτήν διαφθείρω τους νέους;

Μέλητος.

Βεβαιότατα τούτο ακριβώς λέγω.

Σωκράτης.

Εν ονόματι λοιπόν αυτών των ιδίων θεών, τους οποίους τόρα αναφέρομεν, σε εξορκίζω, ειπέ ολίγον σαφέστερον ακόμη, και δι' εμέ και διά τους δικαστάς αυτούς εδώ. Διότι εγώ δεν ημπορώ να εννοήσω καλά. Λέγεις ότι εγώ διδάσκω να πιστεύουν οι άνθρωποι ότι υπάρχουν κάποιοι θεοί· όθεν και εγώ ο ίδιος πιστεύω ότι υπάρχουν θεοί και δεν είμαι όλως διόλου άθεος, αλλά και δεν κατηγορούμαι ως ένοχος υπό την έποψιν ταύτην, όμως λέγεις ότι εγώ δεν πιστεύω εκείνους τους θεούς, τους οποίους η πόλις ακριβώς πιστεύει, αλλά άλλους διαφορετικούς, και αυτό είνε λοιπόν το έγκλημά μου, διά το οποίον με κατήγγειλες εις το δικαστήριον, ότι πιστεύω άλλους θεούς· ή λέγεις ότι εγώ όλως διόλου ούτε ο ίδιος πιστεύω θεούς και τους λοιπούς δε ανθρώπους διδάσκω αυτά;

Μέλητος.

Αυτά λέγω. Σε κατηγορώ ότι όλως διόλου δεν πιστεύεις εις κανένα θεόν.

Σωκράτης.

Ε, φίλτατε Μέλητε, προς ποίον σκοπόν τα λέγεις αυτά; Δεν πιστεύω λοιπόν ότι ούτε ο ήλιος, ούτε η σελήνη είνε θεοί, καθώς το πιστεύουν αυτό όλοι οι άνθρωποι;

Μέλητος.

Όχι, μα τον Δία, βεβαιότατα δεν πιστεύει αυτό, ω άνδρες δικασταί, αφού λέγει ότι ο μεν ήλιος είνε λίθος, η δε σελήνη γη.

Σωκράτης.

Μα, μήπως στοχάζεσαι ότι κατηγορείς τον Αναξαγόραν, καλέ Μέλητε; Και τόσον πολύ καταφρονείς λοιπόν αυτούς εδώ τους δικαστάς και νομίζεις ότι είνε τόσον άπειροι της φιλολογίας, ώστε να αγνοούν ότι τα βιβλία του Αναξαγόρου (32) του Κλαζομενίου είνε γεμάτα από αυτάς τας δοξασίας; Μάλιστα και οι νέοι, ακόμη και αυτοί, από εμέ τα μανθάνουν — δεν είνε παράδοξον και αυτό να είπη ο Μέλητος — αυτά όμως είνε δυνατόν ενίοτε να τα αγοράσουν οι νέοι, το πολύ- πολύ, αντί μιας δραχμής, από την ορχήστραν του θεάτρου (33) και να εμπαίζουν τον Σωκράτην, εάν προσποιήται ότι αυτά είνε ιδικαί του θεωρίαι, και μάλιστα αφού αυτά καθ' εαυτά ταύτα είνε τόσον άτοπα και παράδοξα. Μα δι' αγάπην του Διός, κατ' αυτόν τον τρόπον λοιπόν σου φαίνομαι ότι δεν πιστεύω ότι υπάρχει κανένας θεός; Και επιμένεις εις αυτό;

Μέλητος.

Ναι, βεβαιότατα, μα τον Δία, δεν πιστεύεις εις κανένα Θεόν, όλως διόλου.

Σωκράτης.

Απίστευτα όντως πράγματα λέγεις, ω Μέλητε, και προπάντων απίστευτα και διά τον εαυτόν σου βεβαίως, ως μου φαίνεται. Διότι εις εμέ, ω άνδρες Αθηναίοι, αυτός εδώ ο Μέλητος φαίνεται ότι είνε πολύ υβριστής και καταφρονητής με έργον και με λόγον, και όλως διόλου από μεγάλην ύβριν και περιφρόνησιν και αυθάδειαν νεανικήν υπέβαλεν εναντίον μου αυτήν την κατηγορίαν. Διότι ομοιάζει με άνθρωπον ο οποίος συνέθεσεν έν αίνιγμα, θέλων να με δοκιμάση, άρα γε θα εννοήση ο Σωκράτης, ο σοφός δα εκείνος, ότι εγώ χαριεντίζομαι και ότι αντιφάσκω εις τον εαυτόν μου, λέγων εναντία πράγματα, ή θα εξαπατήσω αυτόν και τους άλλους, οπού με ακούουν; Διότι αυτός μου φαίνεται ότι εις το κατηγορητήριόν του αντιφάσκει λέγων τα εναντία αυτός ο ίδιος εις τον εαυτόν του, καθώς εάν ήθελεν είπει: «Είνε ένοχος ο Σωκράτης διότι δεν πιστεύει εις θεούς, αλλά διότι πιστεύει εις θεούς». Αλλ' όμως τη αληθεία αυτό είνε ίδιον ανθρώπου, ο οποίος θέλει να παίζη.

XV. Εξετάσατε λοιπόν μετ' εμού, σας παρακαλώ, ω άνδρες, τον τρόπον, με τον οποίον φαίνεται ότι αυτός λέγει τα εναντία εις τον εαυτόν του. Συ δε, ω Μέλητε, απάντησον εις ημάς. Σεις δε, ω άνδρες, — διά το οποίον ίσα-ίσα και εις την αρχήν του λόγου μου σας παρεκάλεσα — ενθυμείσθε να μη οργίζεσθε εναντίον μου, αν ομιλώ κατά τον συνήθη εις εμέ διαλεκτικόν τρόπον. Απάντησον, ω Μέλητε. Υπάρχει κανείς άνθρωπος, όστις πιστεύει μεν ότι υπάρχουν ανθρώπινα πράγματα, δεν πιστεύει δε ότι υπάρχουν και άνθρωποι (34); . . . Διατάξατε, ω άνδρες, αυτόν να απαντά, εις τας ερωτήσεις μου, και να μη κάμνη τόσον θόρυβον. Υπάρχει κανείς άνθρωπος, όστις δεν πιστεύει μεν ότι υπάρχουν ίπποι, πιστεύει όμως ότι υπάρχουν κανονισμοί προς άσκησιν των ίππων; Ή αυλητάς μεν δεν πιστεύει κανείς, αυλητικάς δε μελωδίας πιστεύει; . . . (35) Δεν υπάρχει, ω εξοχώτατε Μέλητε. Αφού συ δεν θέλεις να απαντήσης, απαντώ εγώ διά σε και τους άλλους αυτούς εδώ, δικαστάς και ακροατάς. Αλλά τουλάχιστον απάντησον εις αυτό το κατόπιν. Είνε κανένας άνθρωπος, ο οποίος πιστεύει μεν ότι υπάρχουν θεία πράγματα, θεοί δε δεν πιστεύει ότι υπάρχουν;

Μέλητος.

Δεν είνε βεβαίως.

Σωκράτης.

Πόσον με ευχαρίστησες, διότι μόλις τέλος πάντων απήντησες, αφού σε εξηνάγκασαν οι δικασταί. Λοιπόν ομολογείς ότι εγώ δαιμόνια μεν πράγματα και πιστεύω ότι υπάρχουν και διδάσκω τούτο, είτε βεβαίως νέα, είτε παλαιά, αλλ' όμως δαιμόνια πράγματα βεβαιότατα πιστεύω κατά την ομολογίαν σου, και τούτο μάλιστα ενόρκως διεβεβαίωσες εις την ανάκρισιν· εάν δε πιστεύω ότι υπάρχουν πράγματα δαιμόνια, ανάγκη πάσα είνε βεβαίως, κατ' εμέ, να πιστεύω ότι υπάρχουν και δαίμονες. Δεν είνε έτσι; Βεβαιότατα έτσι είνε. Διότι, σε εκλαμβάνω ότι ομολογείς τούτο, αφού δεν απαντάς. Αλλ' αυτοί οι δαίμονες δεν πιστεύομεν ότι είνε ή θεοί βεβαίως, ή παίδες θεών; Συμφωνείς εις αυτό ή όχι;

Μέλητος.

Μάλιστα, συμφωνώ.

Σωκράτης.

Λοιπόν εάν τωόντι πιστεύω εις δαίμονας, καθώς συ ομολογείς, εάν μεν οι δαίμονες είνε κάποιοι θεοί, της πόλεως ή άλλοι, τότε τούτο, το να λέγης ότι εγώ πιστεύω ότι δεν υπάρχουν θεοί και πάλιν ότι πιστεύω ότι υπάρχουν, αφού βεβαίως πιστεύω ότι υπάρχουν δαίμονες, φανερόνει εκείνο οπού εγώ έλεγον, ότι δηλαδή συ προτείνεις αίνιγμα και χαριεντίζεσαι. Εάν δε πάλιν οι δαίμονες είνε παίδες θεών, κάποιοι νόθοι παίδες, αν προτιμάς, ή εκ νυμφών, ή έκ τινων άλλων θνητών γεννηθέντες, εκ των οποίων, ως γνωστόν, λέγονται ότι εγεννήθησαν, ποίος άνθρωπος θα επίστευεν ότι θεών μεν παίδες υπάρχουν, θεοί δε δεν υπάρχουν; Διότι επίσης παράλογον ήθελεν είνε καθώς εάν επίστευε κανείς απαράλλακτα ότι παίδες μεν, γεννηθέντες από ίππους και όνους υπάρχουν, οι ημίονοι, ίπποι δε και όνοι ότι δεν υπάρχουν. Αλλ' ω Μέλητε, εξάπαντος συ υπέβαλες αυτήν την κατηγορίαν εναντίον μου, διότι ήθελες να με δοκιμάσης με αυτά, ή διότι δεν είχες κανέν αληθινόν έγκλημα, διά το οποίον να με εγκαλέσης εις το δικαστήριον. Με κανέν δε μέσον ποτέ δεν θα δυνηθής να πείσης κανένα άνθρωπον, ο οποίος έχει και ολίγην φρόνησιν, ότι ο αυτός, άνθρωπος αρμόζει να πιστεύη ότι υπάρχουν δαιμόνια και θεία πράγματα και πάλιν ο αυτός να μη πιστεύη ούτε εις δαίμονας, ούτε εις θεούς, ούτε εις ήρωας.

XVI. Αλλ', ω άνδρες Αθηναίοι, ότι μεν εγώ δεν είμαι ένοχος κατά το κατηγορητήριον του Μελήτου, τούτο μου φαίνεται ότι δεν έχει ανάγκην μακροτέρας απολογίας, αλλ' είνε αρκετά και ταύτα, τα οποία είπον. Εκείνο δε, διά το οποίον ωμίλησα και προηγουμένως, ότι επί πολύν χρόνον και εκ μέρους πολλών ανθρώπων εγεννήθη μίσος εναντίον μου, πολύ καλά γνωρίζετε ότι είνε αληθές. Και αυτό είνε οπού θα με νικήση και θα καταδικασθώ, εάν βέβαια νικήση, όχι ο Μέλητος, ουδέ ο Άνυτος, αλλ' η κακή περί εμού υπόληψις του πλήθους και ο φθόνος, τα οποία, ως γνωστόν, έγιναν αιτία να απολεσθώσι και άλλοι πολλοί ενάρετοι άνδρες, νομίζω δε ότι και άλλους ακόμη εις το μέλλον αυτά θα εξαφανίσουν. Δεν είνε δε κανείς κίνδυνος μήπως το κακόν αυτό της συκοφαντίας και του μίσους δεν ήθελεν αυξήσει περισσότερον, αλλ' ήθελε ποτέ σταματήσει εις εμέ και καθησυχάσει.

Derechos y procedencia

Complete Greek translation of Plato’s Apology by Alexandros Moraitides (1850–1929), published by Georgios Fexis; the source does not specify the edition year. The dialogue and the edition’s 62 notes are included; the preface and advertising are excluded. The notes correspond to the historical Fexis scan at https://el.wikisource.org/wiki/Απολογία_Σωκράτους_(μετάφραση). Project Gutenberg states that the digitisation changes the original polytonic accents to monotonic; its paired italics and bold markers are omitted for reading. The unaltered source, credits and Gutenberg licence are retained in /texts/apology-moraitides-el-source.txt. Translation in the public domain in France; legal status may differ elsewhere. Source checked 28 October 2026.

Historical translation: public domain in France. Project Gutenberg source, credits and terms retained.

Consultar la edición fuente

Descargar la fuente y sus avisos

This eBook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg™ License included with this eBook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Buscar en la biblioteca

Empieza por un nombre, una pregunta o una idea.

La búsqueda abarca esta edición. Cada resultado abre su página original.