Παιδική ηλικία και πρώτο σχολείο
Γεννημένη στο Σπιτάλφιλντς του Λονδίνου, μεγάλωσε σε ένα ασταθές σπιτικό και το 1784 άνοιξε σχολείο στο Νιούινγκτον Γκριν με τις αδελφές της και τη Φάνι Μπλαντ.
Μια ανοιχτή βιβλιοθήκη σκέψης
Να εκπαιδεύονται οι γυναίκες ως έλλογα όντα, όχι ως στολίδια.
Η Μαίρη Γούλστονκραφτ ήταν Λονδρέζα συγγραφέας, δασκάλα και βιβλιοκριτικός που πήρε μέρος στις ριζοσπαστικές συζητήσεις τις οποίες άνοιξε η Γαλλική Επανάσταση. Υποστήριξε ότι ο λόγος και η αρετή είναι ίδιοι στις γυναίκες και στους άνδρες, ότι η φαινομενική αδυναμία των γυναικών είναι προϊόν της εκπαίδευσης και της εξάρτησής τους, και ότι δικαιώματα θεμελιωμένα στον λόγο δεν μπορούν να σταματούν στο μισό της ανθρωπότητας.
Γεννημένη στο Σπιτάλφιλντς του Λονδίνου, μεγάλωσε σε ένα ασταθές σπιτικό και το 1784 άνοιξε σχολείο στο Νιούινγκτον Γκριν με τις αδελφές της και τη Φάνι Μπλαντ.
Μετά τον θάνατο της Φάνι Μπλαντ στη Λισαβόνα έγινε γκουβερνάντα στην Ιρλανδία και δημοσίευσε το 1787 τις Σκέψεις για την εκπαίδευση των θυγατέρων.
Στο Λονδίνο μετέφραζε και έγραφε βιβλιοκρισίες για τον εκδότη Τζόζεφ Τζόνσον και το 1790 απάντησε στον Μπερκ με την Υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ανθρώπων.
Κυκλοφόρησε η Υπεράσπιση των δικαιωμάτων της γυναίκας, αφιερωμένη στον Ταλλεϋράνδο· τον Δεκέμβριο έφυγε από το Λονδίνο για το επαναστατικό Παρίσι.
Στη Γαλλία έζησε με τον Γκίλμπερτ Ίμλεϊ και γέννησε την κόρη τους Φάνι το 1794· το 1795 ταξίδεψε στη Σουηδία, τη Νορβηγία και τη Δανία.
Οι σκανδιναβικές Επιστολές κυκλοφόρησαν το 1796· το 1797 παντρεύτηκε τον Ουίλιαμ Γκόντουιν και πέθανε στις 10 Σεπτεμβρίου, λίγες μέρες μετά τη γέννηση της μετέπειτα Μαίρης Σέλλεϋ.
Η Μαίρη Γούλστονκραφτ γεννήθηκε το 1759 στο Σπιτάλφιλντς του Λονδίνου, δεύτερη από επτά παιδιά. Ο πατέρας της σπατάλησε μια οικογενειακή κληρονομιά σε αποτυχημένες αγροτικές επιχειρήσεις και μετέφερε το νοικοκυριό από το Έσσεξ στο Γιορκσάιρ και στην Ουαλία, ενώ το ποτό και η βία του βάραιναν όλους. Έλαβε ελάχιστη τυπική εκπαίδευση και μορφώθηκε μόνη της μέσα από το διάβασμα και τις φιλίες, κυρίως με τη Φάνι Μπλαντ. Ο βιοπορισμός ήταν πιεστικό ζήτημα: εργάστηκε ως κυρία συντροφιάς, φρόντισε την ετοιμοθάνατη μητέρα της και το 1784 βοήθησε την αδελφή της Ελάιζα να εγκαταλείψει έναν δυστυχισμένο γάμο. Την ίδια χρονιά άνοιξε σχολείο στο Νιούινγκτον Γκριν, όπου γνώρισε τον αντικομφορμιστή ιερέα Ρίτσαρντ Πράις και τον κύκλο του, που ασπαζόταν μια έλλογη θρησκεία.
Μετά τον θάνατο της Φάνι Μπλαντ στη Λισαβόνα το 1785 και το κλείσιμο του σχολείου, η Γούλστονκραφτ δημοσίευσε το 1787 τις Σκέψεις για την εκπαίδευση των θυγατέρων και πέρασε περίπου έναν χρόνο ως γκουβερνάντα των κορών του λόρδου και της λαίδης Κίνγκσμπορο στην Ιρλανδία, όπου ολοκλήρωσε το μυθιστόρημά της Mary. Πίσω στο Λονδίνο, ο εκδότης Τζόζεφ Τζόνσον της εξασφάλισε τακτική εργασία: έγραψε τις Πρωτότυπες ιστορίες από την πραγματική ζωή, μετέφρασε από τα γαλλικά και τα γερμανικά και έγραφε βιβλιοκρισίες για την Analytical Review του. Τα δείπνα του Τζόνσον την έφεραν σε επαφή με ριζοσπάστες συγγραφείς, επιστήμονες και καλλιτέχνες, ανάμεσά τους τον Τόμας Πέιν, τον Ουίλιαμ Γκόντουιν και τον ζωγράφο Χένρι Φιούζελι, με τον οποίο δέθηκε βαθιά.
Όταν ο Έντμουντ Μπερκ επιτέθηκε στο κήρυγμα του Ρίτσαρντ Πράις στους Στοχασμούς για την Επανάσταση στη Γαλλία, η Γούλστονκραφτ απάντησε μέσα σε λίγες εβδομάδες με την Υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ανθρώπων το 1790, αρχικά ανώνυμα και έπειτα με το όνομά της. Καταδίκασε μια πολιτική βασισμένη στην κληρονομημένη ιδιοκτησία και στην κοινωνική θέση και υπερασπίστηκε δικαιώματα θεμελιωμένα στον λόγο και στην ίση ηθική αξία που ο Θεός δίνει σε κάθε πρόσωπο. Το 1792 επέκτεινε το επιχείρημα στην Υπεράσπιση των δικαιωμάτων της γυναίκας, αφιερωμένη στον Ταλλεϋράνδο, του οποίου το σχέδιο για τη γαλλική δημόσια εκπαίδευση περιόριζε τα κορίτσια κυρίως στην οικιακή αγωγή. Απέναντι στον Ρουσσώ και στους συγγραφείς εγχειριδίων καλής συμπεριφοράς, υποστήριξε ότι οι γυναίκες αποδυναμώνονται από μια εκπαίδευση που αποσκοπεί στο να αρέσουν και ότι η αρετή πρέπει να στηρίζεται στην κατανόηση και στα δύο φύλα.
Τον Δεκέμβριο του 1792 η Γούλστονκραφτ πήγε στο Παρίσι, όπου έζησε την Τρομοκρατία, έγραψε μια ιστορική και ηθική θεώρηση της Επανάστασης και άρχισε σχέση με τον Αμερικανό συγγραφέα και έμπορο Γκίλμπερτ Ίμλεϊ· η κόρη τους Φάνι γεννήθηκε το 1794. Εγκαταλελειμμένη από τον Ίμλεϊ, αποπειράθηκε δύο φορές να αυτοκτονήσει το 1795 και, ανάμεσα στις δύο απόπειρες, ταξίδεψε στη Σουηδία, τη Νορβηγία και τη Δανία για τις υποθέσεις του. Οι Επιστολές που προέκυψαν, δημοσιευμένες το 1796, προκάλεσαν ευρύ θαυμασμό. Στη συνέχεια έζησε ως ζευγάρι με τον Ουίλιαμ Γκόντουιν, τον οποίο παντρεύτηκε το 1797, ενώ διατήρησαν χωριστές κατοικίες. Πέθανε τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς από επιλόχειο πυρετό μετά τη γέννηση της κόρης τους, της μετέπειτα Μαίρης Σέλλεϋ, αφήνοντας ημιτελές το μυθιστόρημα The Wrongs of Woman.
Για πολύ καιρό επισκιασμένο από το σκάνδαλο που ακολούθησε τα ειλικρινή απομνημονεύματα του Γκόντουιν το 1798, το έργο της αναβίωσε χάρη σε μεταγενέστερες αγωνίστριες για την εκπαίδευση και την ψήφο των γυναικών και διαβάζεται σήμερα ως ιδρυτικό κείμενο της φεμινιστικής πολιτικής φιλοσοφίας. Οι μελετητές εξετάζουν επίσης την κριτική της στον Μπερκ, τον ρεπουμπλικανισμό της και την ταξιδιωτική της γραφή, και συζητούν πόσο τα επιχειρήματά της στηρίζονται στις θρησκευτικές και κοινωνικές παραδοχές της εποχής της.
Πηγές & σημεία αναφοράς